J.J Cale: Ο καπετάνιος του Blues

Written by on 3 Ιουνίου 2019

Το να κάνει καινούρια άλμπουμ αποτελούσε κάτι πανεύκολο για τον Cale. Τα συρτάρια του ήταν γεμάτα με ακυκλοφόρητο υλικό. Η δυσκολία του ήταν απλώς να διαλέξει. Με παραγωγό τον Ashworth και δισκογραφική την Shelter, συνέχισε στο ίδιο μοτίβο, σχεδόν για όλη την δεκαετία του ΄70. Έτσι το 1973 κυκλοφορεί το Really, το 1974 το Okie και το Troubadour το 1976. Και ποιοί δεν ΄πήραν’ απ΄αυτά τα άλμπουμ! Το παράδειγμα του Clapton είχε ανοίξει την όρεξη. Ενδεικτικά αναφέρουμε: Captain Beefheart, Bobby Bland, Lynyrd Skynyrd, Freddie King, Bryan Ferry (το «I Got the Same Old Blues»), Herbie Mann (το «Cajun Moon», στο άλμπουμ του 1976 Surprises με φωνητικά της Cissy Houston), Brother Phelps και Bill Wyman’s Rhythm Kings (το»Anyway the Wind Blows») αλλά και οι Tom Petty & The Heartbreakers (το “I’d Like to Love You, Baby»). Για να μην αναφέρουμε το …βαρύ πυροβολικό με το “Cocaine”, που την επόμενη χρονιά, στο δίσκο του Slowhand, το διασκεύασε – και πάλι – ο Clapton, κάνοντάς το παγκόσμια επιτυχία και σήμα κατατεθέν του.

Cocaine (1974)

Πολλές ιστορίες ακολουθούν το παραπάνω τραγούδι καθώς και την μοίρα αυτών που το τραγούδησαν. Η πιο περίεργη είναι αυτή με τον πυροβολισμό που δέχτηκε ο Tinsley Ellis, ο αμερικάνος blues rocker, ο οποίος μόλις είχε αρχίσει τη σταδιοδρομία του κι έκανε διάφορα live, παίζοντας γνωστά χιτάκια των ΄70ς. Σε μια τέτοια συναυλία στη Georgia, μόλις η μπάντα του άρχισε να παίζει το “Cocaine”, για άγνωστο ακόμη λόγο, προκλήθηκε τέτοια αναταραχή που όλοι οι μουσικοί έπρεπε να φύγουν τρέχοντας απ΄το πάρκο, οι περισσσότεροι ξυπόλητοι. Σύμφωνα με τον Ellis, “… μας πυροβόλησαν και μάλιστα όρμησαν παίρνοντας ακόμη και τα ρούχα και τις μπότες μας “ !

Super Blue (1976)

Τρία χρόνια μετά ο J.J. αλλάζει εταιρεία – μετακομίζει στην ‘MCA’ (για USA και ‘Island’ για Βρετανία) – και κυκλοφορεί το “5”, το άλμπουμ που έφτασε ψηλότερα σε πωλήσεις από όλα τα προηγούμενά του. Με κομμάτια όπως τα “Don’t Cry Sister”, “Friday” και “Sensitive Kind“ (έγινε περισσότερο γνωστό από τη διασκευή των Santana, στο ‘Ζebop!’, του ’81 δεν ήταν καθόλου παράξενο. Γίνεται γνωστός παντού. Τον καλούνε για συναυλίες και τουρνέ αλλά τις αρνείται πεισματικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι σ΄όλη του την καριέρα έκανε μόνο δύο ευρωπαϊκές περιοδείες και ελάχιστες στην Αμερική. Στο άλμπουμ αυτό πρωτοκάνει και την εμφάνισή της, δισκογραφικά, παρότι αποτελούσε μέλος της μπάντας του από το ΄76 (τότε ήταν μόλις 16 ετών), η Christine Lakeland, η σύντροφος και μούσα του, μέχρι το τέλος. Παράλληλα οι δημοσιογράφοι και οι κριτικοί πέφτουν επάνω του, προσπαθώντας να ανακαλύψουν το παρελθόν του, αλλά και το πόσο επηρεάζει άλλους νεότερους καλλιτέχνες. Για παράδειγμα πολλή συζήτηση γινόταν για το αν επηρέασε τον Mark Knopfler, που τότε είχε εμφανιστεί στο μουσικό στερέωμα. “Ναι, οι άνθρωποι μου το έχουν πει”, έλεγε τότε. “Δεν το έχω παρατηρήσει πάντως. Μπορεί να υπήρξε κάποια επιρροή σε εκείνο το πρώτο άλμπουμ (σ.σ. Sultans of Swing, 1978). Τα φωνητικά του είναι αρκετά κοντά στον Bob Dylan, αλλά ο Mark έχει το δικό του στυλ. Όλοι δανειζόμαστε όταν ξεκινάμε για πρώτη φορά. Αλλά ποτέ δεν ένιωσα ότι επηρέασα τον Mark περισσότερο από κάποιους άλλους που τον επηρέασαν. Νομίζω ότι άκουσε μερικά από τα πρώτα μου άλμπουμ και πήρε εκείνο το …groove».

Devil in Disguise (1982)

Τη δεκαετία του ΄80, αν και βγάζει μερικά αξιόλογα άλμπουμ, όπως τα Shades, Grasshopper και #8, αρχίζει σιγά σιγά να αποσύρεται από τα – όποια – φλας της δημοσιότητας. Η επιτυχία δεν έδειξε να τον επηρεάζει. Μετακομίζει στο Escondido, στην Καλιφόρνια, όπου ζει απομονωμένος, αραχτός, όπως ακριβώς του αρέσει. Χωρίς ανέσεις, χωρίς καν τηλέφωνο, με μόνη παρέα την Christine και την κιθάρα του. Μένει σε ένα τροχόσπιτο, ένα Airstream. Πήγαινε όπου ήθελε και όταν ήθελε. Για τέσσερα πέντε χρόνια δεν τον ενόχλησε κανείς. Άρχισε να βλέπει τη ζωή αλλιώς. Μεγάλωνε εξάλλου. Φιλοσοφούσε τα πάντα. Προτιμούσε να τον θεωρούν ‘μουσικό΄ κι όχι ΄καλλιτέχνη’. Έλεγε επίσης: «…μερικά από τα τραγούδια μου είναι πραγματικά αληθινά από τις εμπειρίες που είχα… Η μουσική προέρχεται από τη ζωή. Η ζωή δεν προέρχεται από τη μουσική». Όσο για όσους χρησιμοποίησαν τα τραγούδια τους ήταν κι εδώ… άνετος και χαλαρός: “Εάν παίζετε ακριβώς όπως κάποιος άλλος, δεν θα βρείτε ποτέ κάτι το πρωτότυπο. Κατά μία έννοια θα μπορούσατε να πείτε ότι το δικό μου παίξιμο της κιθάρας είναι γεμάτο από λάθη που προέκυψαν στην προσπάθεια να μιμηθώ άλλους”. Και “Δεν υπάρχει τίποτε κακό σ΄αυτό. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φιλοφρόνηση για έναν τραγουδιστή-τραγουδοποιό από το να πει κανείς ότι τα τραγούδια του ζουν και αρέσουν όταν παίζονται από άλλους”. Τελικά όταν κάποιοι δημοσιογράφοι τον ανακάλυψαν και τον ρώτησαν πώς είχε περάσει την δεκαετία του ΄80, αυτός τους απάντησε γελώντας: “Με ποδηλασία, κόβοντας το γκαζόν κι ακούγοντας Van Halen και ραπ” ! Και συνέχιζε να απολαμβάνει την σχετική ανωνυμία του…

Carry On (1981)

Στις αρχές των ΄90ς συνέχισε να παίζει, να κάνει δουλειές στο στούντιο με μουσικούς (που κυμαίνονται από τον Neil Young μέχρι τον Art Garfunkel) και να βγάζει περιστασιακά δικά του άλμπουμ. Έτσι κυκλοφορεί το Travel-Log (1990), Number 10 (1992), Closer to You (1994), και το Guitar Man (1996), όπου, εκτός από φωνητικά και κιθάρα, παίζει πλέον όλα τα όργανα, ηχογραφεί και κάνει μόνος του όλη την παραγωγή και την στούντιο δουλειά. Ακολουθεί αυτή τη φορά μια οκταετία απραξίας κι εξαφάνισης απ’ τα εγκόσμια. Κάπου στο 2003, σε μια πραγματικά αναπάντεχη κίνηση, ο αινιγματικός Cale επέτρεψε στον Γερμανό σκηνοθέτη Jorg Bundschuh να τον συνοδεύσει σε περιοδεία, αποκαλύπτοντας τον τρόπο ζωής του τροβαδούρου για πρώτη φορά. Η ταινία “Tulsa And Back: On Tour With J.J. Cale” που προέκυψε, εισάγει έναν γλυκά μετριοπαθή, ευχάριστο άνθρωπο ο οποίος κατάφερε να βρει την επιτυχία με τους δικούς του όρους. «Είμαι κιθαρίστας και τραγουδοποιός κι άδραξα την τύχη», λέει ο Cale, «δεν είμαι ο κλασικός τύπος της showbiz, είχα το πάθος να κάνω μουσική όσο και ο καθένας …αλλά ακόμη δεν θέλω να είμαι διάσημος». Η ταινία – που την προτείνω ανεπιφύλακτα σε όσους φαν του Cale δεν την είδαν ακόμη – περιέχει συνεντεύξεις με τον ίδιο, τους φίλους του και συνοδεύονται με εξαιρετικές ζωντανές εμφανίσεις, αρχειακό υλικό και εκπληκτικές εικόνες αμερικάνικων τοπίων. Η ταινία διαρκεί 90 λεπτά, άσχετα αν στο τέλος σου φάνηκε μόλις σαν video clip. Σε όλη την ταινία παρουσιάζονται 20 πρωτότυπες συνθέσεις, όπως τα «After Midnight», «Cocaine», «Crazy Mama», «Magnolia», «Cajun Moon», «Bringin ‘It Back», «Call Me The Breeze» «Sensitive Kind», «If You’re Ever In Oklahoma» και πολλά ακόμα που προέρχονται από όλη την καριέρα του καθώς και τέσσερα ολοκαίνουργια τραγούδια γραμμένα ειδικά για αυτό το έργο.

Tulsa And Back: On Tour With J.J. Cale

Το 2006, Cale και Clapton κάνουν επιτέλους την πολυπόθητη και πολυαναμενόμενη δισκογραφική τους συνεργασία. Το αποτέλεσμα ήταν η συμπαραγωγή του άλμπουμ The Road To Escondido, του 2006. Με πλήθος cameo συμμετοχών, όπως ο ντράμερ Steve Jordan, ο κιθαρίστας Albert Lee και στο πιάνο και στο όργανο Hammond ο Billy Preston (ο οποίος πέθανε λίγο μετά τις ηχογραφήσεις). Το άλμπουμ είχε με μεγάλη επιτυχία, φτάνοντας στο Νο.23 στον Αμερικανικό Billboard Top 200 – κερδίζοντας κι ένα χρυσό δίσκο, αργυρό στο Ηνωμένο Βασίλειο και ξεπερνώντας το Top 10 παγκοσμίως. Κέρδισε μάλιστα και το βραβείο Grammy για το καλύτερο σύγχρονο μπλουζ άλμπουμ του 2008.

Anyway the Wind Blows (2006)

Το τελευταίο άλμπουμ του Cale, το Roll On του 2009, τον είδε να αναλαμβάνει και πάλι, άσχετα από ηλικία, τον ρόλο που είχε σε πολλά προηγούμενα έργα – παίζοντας κιθάρες, μπάσα, τύμπανα, συνθεσάιζερ, τραγούδι καθώς και μιξάρισμα και παραγωγή ολόκληρου του έργου του. Το φιλαράκι του Eric Clapton (καθώς και μια πλειάδα φίλων) δηλώνει και πάλι παρών. Το Rolling Stone χαρακτήρισε τη μουσική ως «υπερβολικά χαλαρή, εντελώς αιώνια» και αυτό που κάνει το Roll On τόσο ξεχωριστό είναι η ξαφνιαστή φρεσκάδα του. Μέρη του άλμπουμ ακούγονται ως ‘κλασικός Cale’ που θα μπορούσαν να έχουν βγει πριν από τριάντα χρόνια, ενώ άλλα τραγούδια τον βρίσκουν να ταξιδεύει σε εντελώς νέες κατευθύνσεις. Το banjo picking και η γήινη αίσθηση του «Strange Days», αλλά και μια παρόμοια ατμόσφαιρα στο «Leaving In The Morning», ακούγονται σαν να μπορούσαν να βγουν από το‘Naturally’, ενώ η κιθάρα στο «Where the Sun Do not Shine» παραπέμπει ίσως στο «Cocaine». Αναλόγως και το τσιγγάνικο funk του «Fonda-Lina» θα μπορούσε να είναι ο μακρινός ξάδελφος του «Travelin ‘Light» από το Troubadour του ‘76. Ταυτόχρονα, μπορείτε να ακούσετε για πρώτη φορά τζαζ με την Cale εκδοχή, στο «Who Knew».

Strange Days (2009)

Ξεκινώντας την τελική του περιοδεία το 2009, είπε στους Los Angeles Times: » Όταν κάθομαι και παίζω κιθάρα, γίνομαι πάλι 20 ετών, έχω τον ίδιο ενθουσιασμό όπως πάντα, αλλά η δουλειά είναι δύσκολη και το πρόβλημα με τις συναυλίες είναι ότι υπάρχει πολλή δουλειά . Το να είσαι 70 είναι πραγματικά δύσκολο, ξέρετε, η ακοή μου, η όραση μου, δεν μπορεί όπως παλιά, τώρα η αρθρίτιδα παίζει κιθάρα”. Τελικά, δυστυχώς το Roll On αποδείχθηκε ότι ήταν το κύκνειο άσμα του, το τελευταίο στούντο άλμπουμ του, καθώς πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 26 Ιουλίου 2013, στα 74 του. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν πολλοί φίλοι του και αρκετοί που τον αγάπησαν τόσες δεκαετίες στη μουσική σκηνή, έτσι όπως άρμοζε σε έναν άρχοντα του μίνιμαλ, στην επιτομή του ‘χαλαρού’ στυλ, σε έναν πραγματικό αρχιτέκτονα του ήχου και της κιθαριστικής τεχνικής. Ως μεγάλος φιλόζωος είχε προβλέψει, αντί για δωρεές στην κηδεία του, να δώσει ο καθένας χρήματα σε καταφύγια ζώων. Δεν ήταν καθόλου τυχαίο ότι στο εξώφυλλο του πρώτου δίσκου είχε ένα …ρακούν. Ήταν σίγουρα και το ζώο που τον αντιπροσώπευε.

Bringing It Back (1972)

Πολύς λόγος έχει γίνει για το ιδιότυπο, ΄χαλαρό΄ στυλ του Cale. «Δεν είμαι πραγματικά χαλαρός», δήλωσε ο Cale. «Η μουσική μου είναι χαλαρή, έτσι μου αρέσει η μουσική μου. Η Billie Holiday είναι ίσως η μεγαλύτερος εκπρόσωπος του χαλαρού. Πάντα τραγουδούσε πίσω από το ρυθμό και αυτό μου άρεσε πολύ… Πολλοί μουσικοί παίζουν με αυτόν τον τρόπο, δεν το εφηύρα εγώ. Κάποιος μου κόλλησε εκείνη την ετικέτα «χαλαρός» σε εμένα, ίσως ως εργαλείο μάρκετινγκ και λειτούργησε. Δεν είχα σχέδιο. Απλά προσπαθούσα να αποφύγω τη δουλειά. Ποτέ δεν θεωρούσα δουλειά τη μουσική». Επίσης όσων αφορά αυτά που του έχουν προσάψει , ότι τα τραγούδια του ακούγονται ‘ίδια’, έλεγε: “Οι άνθρωποι λένε ότι κάθε άλμπουμ μου ακούγεται ακριβώς όπως το προηγούμενο. Προσπάθησα να αλλάξω, αλλά κάθε φορά που τελειώνω κάτι, ακούγεται και πάλι σαν εμένα». Και «Τα τραγούδια είναι διαφορετικά, αλλά βασικά, από πίσω, είναι πάντα η ‘J.J. Cale μουσική. Δεν μπορώ να απαλλαγώ από τον εαυτό μου“.

Magnolia (1972)

Υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της παγκόσμιας μουσικής σκηνής πειραματιζόμενος με πολλούς ρυθμούς και στυλ, με σκοπό να δημιουργήσει ένα μοναδικό, προσωπικό, ‘χαλαρό’ ύφος, ιδιαίτερα αγαπητό στους μουσικούς και ειδικά στους ροκάδες της δεκαετίας του ’70. Οι δεκάδες καλλιτέχνες που τον ΄δανείστηκαν΄κάτι ήξεραν. Είχε αυτό το ‘μαγικό άγγιγμα’. Το μουσικό του στυλ, αν μη τι άλλο, πρωτότυπο. O Clapton το περιέγραψε ως “…ένα παράξενο υβρίδιο. Δεν είναι πραγματικά blues, δεν είναι πραγματικά folk ή country ή rock ‘n’ roll. Είναι κάπου στη μέση”. Και πάντα ταπεινός και γενναιόδωρος. Για τα πρώτα δέκα χρόνια δεν έβαλε φωτογραφία του σε εξώφυλλο δίσκου. Μέχρι τα γεράματά του δεν είχε αποδεχτεί ότι οι άνθρωποι θα τον κοιτάνε όταν αυτός θα παίζει τα κομμάτια του: “Μου πήρε λίγο χρόνο να προσαρμοστώ στο γεγονός ότι οι άνθρωποι με κοίταζαν», έχει δηλώσει. Κι ήταν περισσότερο από ευτυχής όταν άλλοι καλλιτέχνες διασκεύαζαν τη μουσική του. «Εγώ γράφω τραγούδια ελπίζοντας ότι οι μουσικοί θα τα πάρουν και θα τα κάνουν καλύτερα και πιο προσιτά», έλεγε. Κι όμως αυτός ο άνθρωπος, μέχρι το τέλος σχεδόν της ζωής του, δεν πήρε κανένα βραβείο – αν και δεν πίστευε σε τέτοιους θεσμούς. Μόνο μεταθανάτια μπήκε σε κάποιο ‘Hall of Fame’, κι αυτό στο τοπικό της Οκλαχόμα. Ήταν απλώς μια μικρή δικαίωση για τον άνθρωπο που ενέπνευσε τόσους και τόσους, συνομήλικους, αλλά και τις επόμενες γενιές. Το 2014, ο Eric Clapton και ο συμπαραγωγός Simon Climie κυκλοφόρησαν το άλμπουμ The Breeze: An Appreciation of J.J. Cale, όπου ηχογραφήθηκαν 15 από τα πιο αγαπημένα κομμάτια του Cale, με συνεισφορές από μια σύνθεση αστέρων, όπως των: Mark Knopfler, John Mayer, Willie Nelson, Tom Petty, Derek Trucks, Don White, David Lindley, David Teegarden, Jamie Oldaker, Greg Leisz, Nathan East, Albert Lee, Jim Keltner, της συζύγου του, Christine Lakeland και – φυσικά – του Eric Clapton.

Train To Nowhere (2014)

Ο J.J. Cale ήταν μοναδικός στον τομέα της μουσικής. Ο αντίκτυπός του ήταν ανυπολόγιστος, αλλά, όπως το επεδίωξε άλλωστε, η προσωπική του ζωή παρέμεινε εκτός του star system. Χαιρόταν τον εαυτό του ως κάποιον που επικεντρώθηκε στις προσπάθειες για σωστό παίξιμο στην κιθάρα, σύνθεσης και παραγωγής παρά στην επιδίωξη εμπορικής επιτυχίας. Ενώ έχει ΄φύγει’, είμαστε τυχεροί που άφησε πίσω τη μουσική του και θα συνεχίσει να μας παρηγορεί για το υπόλοιπο της ζωής μας. “Είμαι ευτυχής που είδα ανθρώπους να αρχίζουν να ανακαλύπτουν και να εκτιμούν τη μουσική μου και ας ήταν τόσον καιρό κάτω απ΄τα μάτια τους”, είχε δηλώσει σε ανύποπτο χρόνο. Προσωπικά – ως δηλωμένος μεγάλος του φαν – θα έλεγα το εξής: “Αν ισχύει όντως το ρητό ‘Clapton is God’, τι να πούμε για τον Cale που ήδη πήγε στο σπίτι του”!!!

Don’t Cry Sister (1979)

Studio ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ:

Naturally (1972)
Really (1973)
Okie (1974),
Troubadour (1976)
5 (1979)
Shades (1981)
Grasshopper (1982)
#8 (1983)
Travel Log (1990)
Number 10 (1992)
Closer To You (1994)
Guitar Man (1996)
To Tulsa & Back (2004)
Roll On (2009)

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Πηγή: https://musicoversixcenturies.blogspot.com/search?updated-max=2019-01-13T05:45:00-08:00&max-results=11&start=43&by-date=false


Reader's opinions

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.


radio JUKEbox

Music, Culture, Radio

Current track
TITLE
ARTIST

Background