WHITE LION: Το μελωδικό HARD ROCK του σκεπτόμενου οπαδού…

Written by on 28 Νοεμβρίου 2018

Δεν νομίζω να υπάρχει οπαδός του μελωδικού hard rock – metal που να έχει βιώσει την ένδοξη για τον σκληρό ήχο δεκαετία του ’80 ή να προσπαθεί τώρα να την ανακαλύψει και να μην γνωρίζει ή να μην έχει ασχοληθεί με τους White Lion, αυτό το τόσο ιδιαίτερο συγκρότημα που είναι μόνο του μια κατηγορία. ‘Wait’, ‘When the children Cry’, ‘Broken Heart’, ‘Little Fighter’ είναι κάποια από τα τραγούδια τους που έρχονται αυτόματα στο μυαλό και τους είχαν οδηγήσει στα μεγάλα σαλόνια του Αμερικάνικου μελωδικού hard rock την περίοδο της μέγιστης ακμής του, 1987 – 1991. Αλλά ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή.

Γράφει ο Χρήστος Ζερβός.
Οι White Lion δημιουργήθηκαν το 1983 στη Νέα Υόρκη από τον Δανό τραγουδιστή Mike Tramp (κανονικό όνομα Michael Trempenau) και τον Νεοϋορκέζο (από το Staten Island) κιθαρίστα Vito Bratta. Ο Mike Tramp μόλις είχε μετακομίσει στη Νεα Υόρκη από την Δανία προκειμένου να βρει μια καλύτερη τύχη στις μουσικές του ανησυχίες και φιλοδοξίες. Σχεδόν αμέσως γνώρισε τον Bratta και αποφάσισαν να φτιάξουν ένα συγκρότημα το οποίο ονόμασαν White Lion, όνομα που εμπνεύστηκε ο Bratta από μια μπάντα με το όνομα White Tiger που υπήρχε στην περιοχή του!
Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι ο Mike Tramp, ως 17ρης πιτσιρικάς είχε συμμετάσχει με το συγκρότημά του Mabel στην Eurovision του 1978 εκπροσωπώντας την Δανία (Τσεκέρετε το link για να δείτε την σχετική εμφάνιση όπου ο Tramp είναι ο κιθαρίστας δίπλα στον τυμπανιστή!!!

Fight to Survive
Άμεσα οι Tramp/Bratta, οι οποίοι θα αποτελέσουν την ψυχή του συγκροτήματος και το συνθετικό δίδυμο, βρίσκουν τον μπασίστα Felix Robinson και τον ντράμερ Nicki Capozzi, υπογράφουν με την Elektra το 1984 και με παραγωγό τον Γερμανό Peter Hauke ηχογραφούν το πρώτο τους άλμπουμ ‘Fight to Survive’. Στην Elektra όμως δεν αρέσει το τελικό αποτέλεσμα και τους απορρίπτει προτιμώντας να ρίξει το βάρος στους Mötley Crüe και Dokken που είχε στο δυναμικό της. Ακολούθως, Capozzi και Robinson εγκαταλείπουν το σχήμα και αντικαθίστανται από τους Greg D’Angelo (ex-Anthrax) και James Lomenzo αντίστοιχα για να προκύψει η κλασική σύνθεση των White Lion (Tramp/Bratta/Lomenzo/D’ Angelo).

To άλμπουμ θα κυκλοφορήσει τελικά το 1985, αρχικά στην Ιαπωνία και τον επόμενο χρόνο στις ΗΠΑ. Θα φτάσει στο Νο 151 του Billboard και θα βγάλει ως single το τραγούδι Broken Heart. To ‘Fight to Survive’ πολύ μικρή σχέση έχει με τα μετέπειτα άλμπουμ των White Lion που τους καθιέρωσαν. Εδώ ακούμε καθαρό hard rock-heavy metal, με ωμό και τραχύ ήχο που φέρνει πιο κοντά στο στυλ των πρώτων άλμπουμ των Mötley Crüe και Dokken αλλά και των πρώιμων Def Leppard (προ Hysteria περίοδος). Χαρακτηριστική η βραχνή και μελωδική φωνή του Tramp αλλά και η ιδιαίτερη κιθαριστική δουλειά του πολλά υποσχόμενου Bratta (σχολής Eddie Van Halen) με σόλο και μελωδίες που καρφώνονται στο μυαλό.

Κορυφαίο τραγούδι του δίσκου, το έπος El Salvador με την ακουστική ισπανική μελωδία στην εισαγωγή, τον καλπάζοντα ρυθμό του, τη σολάρα του Bratta και τους στίχους για τον εμφύλιο πόλεμο στο El Salvador. Κομματάρα απόλυτης metal πώρωσης!
Από τα υπόλοιπα κομμάτια του δίσκου ξεχωρίζουν επίσης το συναισθηματικό Broken Heart (θα το ξανασυναντήσουμε μελλοντικά), το ομώνυμο και η επική μπαλάντα ‘The road to Valhalla’ με σχετικούς στίχους.

Pride
Το 1987 οι White Lion υπογράφουν με την Atlantic και τον Ιούνιο του ίδιου έτους κυκλοφορούν το δεύτερο άλμπουμ τους, ‘Pride’, με παραγωγό τoν Michael Wagener (Accept, Dokken, Skid Row, Bonfire και πολλά άλλα) και το χαρακτηριστικό πανέμορφο εξώφυλλο με το λευκό λιοντάρι.
Εδώ πλέον έχουμε τη στροφή του συγκροτήματος στον ήχο του μελωδικού hard rock της εποχής διατηρώντας βέβαια σε κάποια τραγούδια και κάποιες δόσεις από το τραχύ και ωμό τους στυλ του πρώτου δίσκου. Είναι πλέον κοινά αποδεκτό μετά από 30+ χρόνια από την κυκλοφορία του ότι το Pride αποτελεί ένα από τα διαμάντια του αμερικάνικου μελωδικού hard rock, ένας δίσκος που άνετα μπορεί να χαρακτηριστεί ‘all killer – no filler’, το άλμπουμ που έβγαλε τους White Lion στις αρένες σαν opening act συγκροτημάτων όπως οι Aerosmith, Ozzy, Kiss, AC/DC.

Αν και κυκλοφόρησε σε μια περίοδο όπου τα κλασικά άλμπουμ του είδους έβγαιναν με καταιγιστικό ρυθμό, το ‘Pride’ στέκεται επάξια δίπλα τους με τη μοναδικότητά του χωρίς να θυμίζει κανένα άλλο συγκρότημα του ιδιώματος. Επιπλέον, παρουσιάζει μια νέα μεν, ώριμη δε, μπάντα μουσικά και στιχουργικά με μετρημένη συμπεριφορά, χωρίς υπερβολές και ακρότητες καλλιτεχνικές και εξωκαλλιτεχνικές, πράγμα σπάνιο σε συγκροτήματα αυτού του επιπέδου εκείνη την εποχή (παρεμπιπτόντως, μόνο τους Winger θα μπορούσα να σκεφτώ με ανάλογο χαρακτήρα και ποιότητα).

Στο άλμπουμ εντυπωσιάζει ο θεός Vito Bratta, ο οποίος πλέον βρίσκεται σε άλλη διάσταση σε σχέση με το πρώτο άλμπουμ. Ο άνθρωπος κυριολεκτικά πλέκει στις χορδές με την τεχνική του και τις ιδιαίτερες μελωδίες του τόσο στα σόλο των τραγουδιών όσο και στις φράσεις που πετάει εμβόλιμα στα τραγούδια. Πραγματικά, μπορεί να ακούσει κανείς το άλμπουμ δυο και τρεις φορές σερί χωρίς να κουραστεί μόνο και μόνο για να θαυμάσει την κιθαριστική δουλειά του Vito.

Για την ιστορία , το ‘Pride’ , μετά από επτά μήνες – παραδόξως – εκτός charts, έφτασε τελικά στο Νο 11 των charts του Billboard πουλώντας στην Αμερική μόνο, δύο εκατομμύρια αντίτυπα (διπλά πλατινένιο) και έβγαλε 4 singles, τα ‘Wait’ (No 8), ‘Tell me’ (No 58), ‘When the children cry’ (No 3) και ‘All you need is Rock ‘n’ Roll’. Ανεξαρτήτως των παραπάνω singles, προσωπικό αγαπημένο του δίσκου είναι το ‘Lady of the Valley’ με το συγκινητικό ακουστικό μέρος στο μέσο και το ακόλουθο σόλο του Bratta. Άλλα αγαπημένα δεν έχει νόημα  να αναφέρω, καθώς, όπως έγραψα παραπάνω το άλμπουμ είναι ‘all-killer’.

Big Game, Mane Attraction και τίτλοι τέλους…
Σχεδόν αμέσως μετά το τέλος της περιοδείας για το ‘Pride’, οι White Lion μπαίνουν στο στούντιο για να κυκλοφορήσουν τον Αύγουστο του 1989 το τρίτο τους άλμπουμ ‘Big Game’. Βρισκόμαστε στη χρονική στιγμή της εμπορικής κορύφωσης του αμερικάνικου μελωδικού hard rock και οι White Lion ακολουθούν τις επιταγές του καιρού βγάζοντας το πιο μελωδικό και καλογυαλισμένο δίσκο τους. Το “Big Game’ έχει όλα όσα τοποθέτησαν τους White Lion ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της σκηνής: Hard Rock ύμνους, όμορφες μπαλάντες, κολλητικά ρεφρέν, ακόμα πιο βελτιωμένους στίχους από τον Tramp, με πολιτικές αλλά και κοινωνικές αναφορές και φυσικά το κλασικό κιθαριστικό ρεσιτάλ από τον Bratta που θα μπορούσε να είναι μια σχολή μόνος του.

Παρότι έπιασε το Νο 19 του Billboard και έβγαλε τέσσερα singles (‘Little Fighter’, ‘Radar Love’, ‘Cry for Freedom’, ‘Goin’ home tonight’) δεν κατάφερε να φτάσει τις πωλήσεις του ‘Pride’ φτάνοντας στην Αμερική μόνο τις 500.000 πωλήσεις (χρυσό). Πιθανόν αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι την ίδια χρονιά κυκλοφόρησαν φοβερά άλμπουμ αλλά και νεμπούτα από συγκροτήματα του χώρου (πχ Mötley Crüe – Dr Feelgood, Skid Row–Skid Row, Warrant – Dirty Rotten Filty Stinking Rich) και όχι τόσο  -ακόμα – στην αρχική εμφάνιση του Alternative rock/Grunge όπως υποστηρίζουν κάποιοι.

Προσωπικά, είναι το αγαπημένο μου White Lion άλμπουμ καθώς η κυκλοφορία του συνέπεσε με την έναρξη του ενδιαφέροντός μου για αυτό το παρακλάδι του σκληρού ήχου αλλά και με την εφηβεία μου (17 ετών, Λύκειο) αφού 2-3 τραγούδια του (και ιδίως οι στίχοι τους) εξέφραζαν σχεδόν απόλυτα τα συναισθήματά μου για διάφορες καταστάσεις που βίωνα εκείνη την περίοδο…

Για να πάμε στα τραγούδια, κορυφαία τα ‘Little Fighter’, γραμμένο για το πλοίο της Greenpeace ‘Rainbow Warrior’ που βυθίστηκε από το Γαλλικό ναυτικό, το ‘επαναστατικό’ και ταξιδιάρικο (ό,τι πρέπει για εφήβους και όχι μόνο) ‘Living on the Edge’, η διασκευή στους Golden Earring, ‘Radar Love’ με το φοβερό video που είχα τρελαθεί να το βλέπω τότε με τον αδερφό μου στο MTV μαζί με άλλα φοβερά video clips της περιόδου (G ‘n’ R – Paradise City, L.A. Guns – Rip ‘n’ Tear,  αααχ, τι θυμάμαι τώρα…) και το ‘Cry for Freedom’ με αναφορά στο καθεστώς του Απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής.

Δυο χρόνια μετά το ‘Big Game’, τον Απρίλιο του 1991, κυκλοφορεί το τέταρτο και τελευταίο –με την κλασική σύνθεση – άλμπουμ των White Lion, το ‘Mane Attraction’, το οποίο κινείται πάνω-κάτω στο επίπεδο του προκατόχου του. Πιασάρικα μελωδικά κομμάτια, οι κλασικές μπαλάντες (τρεις σε αυτό τον δίσκο) και ο κλασικός παιχταράς Bratta να δίνει μαθήματα μελωδίας για μια ακόμη φορά. Το άλμπουμ, αν και είναι πολύ καλό, δεν καταφέρνει να μπει στα 20 πρώτα του Billboard, φτάνοντας μέχρι το Νο 61, ενώ παράλληλα το airplay περιορίζεται και η υποστήριξη της εταιρείας τους είναι πια ανύπαρκτη.

Βλέπετε, είναι η εποχή που όλες οι εταιρείες στρέφονται στο αναδυόμενο Alternative Rock/Grunge. O ‘εχθρός’ επελαύνει και κανένα συγκρότημα του μελωδικού hard rock αλλά και ολόκληρη η σκηνή του hard rock/heavy metal – τουλάχιστον στην Αμερική – δεν μπορεί να αντισταθεί στην λαίλαπά του. Τέλος εποχής.

Όσον αφορά τα τραγούδια του ‘Mane Attraction’, ξεχωρίζουν το ‘Broken Heart’, το οποίο αποτελεί επανηχογράφηση του τραγουδιού που βρίσκεται στο πρώτο άλμπουμ, πιο γυαλισμένο όμως και με σαφώς καλύτερο σόλο, το οκτάλεπτο ‘Lights and Thunder’ που ανοίγει το άλμπουμ και το single ‘Love don’t come easy’. Πολύ καλό είναι και το τελευταίο του δίσκου, το γλυκόπικρο ‘Farewell to You’ το οποίο αποδεικνύεται και προφητικό καθώς στις 2/9/1991, μετά το τέλος της συναυλίας τους στην Βοστόνη οι Tramp και Bratta αποφασίζουν κοινή συναινέσει να ρίξουν την αυλαία για τους White Lion.

Είχε προηγηθεί η αποχώρηση στην αρχή της περιοδείας των Lomezo/D’ Angelo για να αντικατασταθούν με τους Tommy Caradonna και Jimmy DeGrasso αντίστοιχα για την ολοκλήρωση της περιοδείας.

Σαν λόγοι της διάλυσης προβλήθηκαν οι τεταμένες σχέσεις μεταξύ Tramp και Bratta αλλά είναι πλέον φανερό ότι ο ουσιαστικός λόγος ήταν η έλευση του Alternative Rock/Grunge στο προσκήνιο και η υποστήριξή του από τις εταιρείες οι οποίες εγκατέλειψαν όλα τα συγκροτήματα του μελωδικού

ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ

Μετά την διάλυση των White Lion, οι James Lomenzo και Greg D’Angelo μπήκαν στο συγκρότημα του Zakk Wylde, ‘Pride and Glory’, ενώ αργότερα ο Lomenzo πήρε τη θέση του Dave Ellefson στους Megadeth την περίοδο 2006-2010.
O Vitto Bratta περιέργως εγκατέλειψε τα μουσικά εγκόσμια και μεταξύ διαφόρων πληροφοριών, λέγεται ότι ασχολήθηκε με μια εταιρεία υπολογιστών, ότι είχε κάποιο πρόβλημα στον καρπό του που δεν του επέτρεψε για κάποιο χρονικό διάστημα να ασχοληθεί με την κιθάρα και τέλος ότι φρόντιζε για αρκετά χρόνια τον άρρωστο πατέρα του.

Όσο για τον Mike Tramp,αμέσως μετά την διάλυση των White Lion φόρμαρε τους ‘Freak of Nature’ και έβγαλε με αυτούς δυο στούντιο άλμπουμ τα έτη 1993 και 1994. Το συγκρότημα, αν εξαιρέσει κανείς τα φωνητικά, δεν έχει σχέση με τους White Lion και μάλλον προσπαθεί να υιοθετήσει τον Grunge ήχο που τότε μεσουρανούσε. Δεν είναι άσχημα άλμπουμ (χωρίς να τα έχω μελετήσει διεξοδικά για να πω την αλήθεια) αλλά ούτε και κάτι το ιδιαίτερο.

Μετά τους Freak of Nature, o Tramp έκανε κάποιες προσωπικές δουλειές και μεταξύ αυτών δραστηριοποίησε κάποιες φορές τους White Lion χωρίς βέβαια να συμμετέχει κανένα από τα μέλη της κλασικής σύνθεσης. Κυκλοφόρησε κάποιες επανεκτελέσεις κλασικών κομματιών τους, ένα live και κάποιες συλλογές. Να σημειωθεί ότι στις 23/11/2006 μια μορφή των White Lion πέρασε και από την Ελλάδα για μια συναυλία στο club Unerworld στην οποία είχα παρευρεθεί.

Με την μορφή που πέρασε από την Ελλάδα, οι White Lion κυκλοφόρησαν το 2008 το άλμπουμ ‘Return of the Pride’ από την Ιταλική Frontiers. Πρόκειται για ένα καλό hard rock άλμπουμ που ακούγεται ευχάριστα αλλά ΔΕΝ είναι White Lion και κακώς κυκλοφόρησε κάτω από αυτόν τον τίτλο. Ρίξτε αν θέλετε μια ‘αφτιά’ στα ‘Sangre de Christo’ και ‘Battle at Little Big Horn’ ή πάρτε το για το αρχείο σας.
Οι τελευταίες πληροφορίες θέλουν τον Tramp να έχει μεταβιβάσει πλήρως τα δικαιώματα του ονόματος στον Bratta, οπότε δεν βλέπω την πιθανότητα κάποιας άλλης υλοποίησης της μπάντας αν δεν συμμετέχουν τουλάχιστον και τα δυο βασικά μέλη. Θα δείξει…

Θα κλείσω αυτό το μικρό αφιέρωμα με μερικούς στίχους από το τραγούδι τους ‘Farewell to you’ και με την ελπίδα και ευχή κάποια μέρα να τα βρουν οι Tramp – Bratta ώστε να μπορέσουμε να τους δούμε να παίζουν ζωντανά έστω και τόσα χρόνια μετά.
Though I know that I’ll be back again, I don’t know just how soon my friend/,
Until we meet again just think of me, I’ll think of you/
And rock will come and rock will go, the scene will change and time will show/
But still I hope that I’ll be there for you, be there for me/

πηγή


Reader's opinions

Κάνε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.


radio JUKEbox

Live from JUKEbox studio

Current track
TITLE
ARTIST

Background